Ο όρκος του 1821 που φαίνεται ότι δεν έχει ολοκληρωθεί

Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

Επαμεινώνδα Ε. Πανά,
Συντ. Καθηγητή
Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

780x330 cover

Η εθνική μας εορτή, της 25ης Μαρτίου του 1821, αποτελεί την ένδοξη εποποιία υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας του γένους. Τιμούμε τη μνήμη των μαχητών που δημιούργησαν την ανάσταση του Ελληνισμού. Το παράδειγμα εκείνων μας δημιουργούν και σήμερα το ποιες πρέπει να είναι οι υποχρεώσεις μας απέναντι στην δοκιμαζόμενη πατρίδα μας.

Πάντα είναι επίκαιρος ο όρκος της Φιλικής Εταιρείας με την απέριττο φρασεολογία του:

«Ορκίζομαι να είμαι ενάρετος, να προσέχω πάντοτε την διαγωγήν μου, να δίδω πάντοτε το καλόν παράδειγμα. Να συμβουλεύω και να συντρέχω τον αδύνατον, τον δυστυχή και τον ασθενή. Να σέβομαι την διοίκησιν, τα έθιμα, τα κριτήρια και τους διοικητάς του τόπου εις τον οποίο διατρίβω. Ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους σου και εις τα επ αιώνας πικρά δάκρυα των τέκνων σου ω ιερά πατρίς! Το όνομά Σου έστω οδηγός των πράξεών μου και η ευτυχία Σου ανταμοιβή των κόπων μου!».

Η απλότητα του κειμένου του όρκου της Φιλικής Εταιρείας είναι πραγματικά μεγαλειώδης. Τι από όλα αυτά σήμερα εφαρμόζουμε; Τίποτα. Πότε οι βουλευτές έδωσαν δείγματα του πατριωτισμού τους; Μήπως με τα μνημόνια; Ο πατριωτισμός, η αγάπη προς την Ελλάδα μας, έχει πληγεί. Το πολιτικό σύστημα καλλιέργησε τον εθνομηδενισμό. Η ελληνική γλώσσα και αυτή έχει πληγεί. Η Ελληνοχριστιανική παιδεία δεν υπάρχει.

Το απόφθεγμα του Ρήγα παραμένει επίκαιρο: «Έλληνες είναι πάντες οι εις Χριστόν πιστεύοντες και ελληνιστί λαλούντες». Σήμερα οι νεοέλληνες δεν εμπνέονται από την παράδοση των προγόνων τους, από το συνεχές και άφθαρτο ελληνικό πνεύμα, από τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά. Όλοι οι διαπλεκόμενοι που μας έφεραν σε αυτήν τη σημερινή τραγική κατάσταση νοιάζονται μόνο για το χρήμα. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε το ξεπούλημα της Ελλάδας; Εκποιούνται τα πάντα χλευάζοντας τον Ελληνικό Λαό.

Το μήνυμα του εορτασμού της 25ης Μαρτίου και κάτω από τα Μνημόνια, είναι το ποια πρέπει να είναι τα καθήκοντά μας για να έχει μέλλον αυτός ο τόπος.

Είμαστε δεμένοι χειροπόδαρα για 90 χρόνια!! Να θυμίσω ότι η πρώτη ελληνική φωνή που ακούστηκε στη Δύση την επαύριο της εθνικής συμφοράς του 1453 ήταν η φωνή του λόγιου Ανδρόνικου Καλλίστου, απευθυνόμενος στη Ρώμη και τη Βενετία: «Ω Ρώμη Θεία τι ποτέ δράσης, της θυγατρός γενομένης δούλης; Ω θειοτάτη και μεγίστη πόλις των Ενετών, τι δράσετε νυν της αδελφής υμών και φίλης φθαρείσης».

Δεν ήταν η φωνή του Καλλίστου η μόνη. Ακολούθησαν και άλλες εκκλήσεις προς τους ισχυρούς της τότε Δύσης. Έτσι, κατάλαβαν οι Έλληνες, ότι για να αποτινάξουν τους Τούρκους, θα έπρεπε να στηριχτούν μόνο στις δικές τους δυνάμεις. Πράγμα που ισχύει και σήμερα. Και τότε χρειαζόταν η εθνική ενότητα. Στη Λευκάδα τον Ιούλιο του 1807 πραγματοποιείται η Συνέλευση των αδούλωτων Ελλήνων υπό την ηγεσία του Ιωάννη Καποδίστρια για την απόκρουση της Γαλλο-τουρκικής επίθεσης κατά της νήσου. Ο Α. Βαλαωρίτης αναφέρει ότι: «Το μεγαλύτερον, το θαυμαστότερον, το ελληνικότερον κατόρθωμα του αείμνηστου Καποδιστρίου υπήρξεν η εν Λευκάδι συγκέντρωσις όλων των ενδοξοτέρων καπετανάτων της Ρούμελης προς υπεράσπισιν της κινδυνευούσης Λευκάδος. Και ο αδελφικός σύνδεσμος όστις προέκυψεν  εκ της συγκεντρώσεως ταύτης μεταξύ των σημαντικοτέρων οπλαρχηγών της δουλωμένης Ελλάδος. Οι κλέφται (σήμερα θα τους λέγαμε εγκληματίες ή τρομοκράτες) μετεμορφώθησαν εις κλεφτουριάν, δηλαδή απέβαλον την ιδέαν της ατομικής κεχωρισμένης κατά των εχθρών αντιδράσεως και συνησπίσθησαν και συνετάχθησαν υπό την αρχηγίαν του Κατσαντώνη εις στρατόν εθνικόν, με ένα και μόνον σύνθημα, άσπονδον κατά των τυράννων της πατρίδος πόλεμον, με ένα και μόνον σκοπόν, την απελευθέρωσιν της βασανιζομένης μητρός των».

Η ιστορική γνώση στην εποχή των μνημονίων αλλά και σε όλη την περίοδο της Μεταπολίτευσης δεν έχει αποκτήσει τόση χρησιμότητα και εφαρμογή.

Ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα, είναι χρήσιμο να θυμηθούμε τι έλεγαν ο Στρατηγός Μακρυγιάννης και ο φιλέλληνας Λόρδος Βύρωνας.

«Αν μας έλεγε κανένας αυτήνη την λευτεριά οπού θα γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήση εις τους Τούρκους άλλα τόσα χρόνια, όσο να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα ειπή πατρίδα, τι θα ειπή θρησκεία, τι θα ειπή φιλοτιμία, αρετή και τιμιότη. Αυτά λείπουν απ’ όλους εμάς, στρατιωτικούς και πολιτικούς. Τις πρόσοδες της πατρίδας τις κλέβομεν, από υποστατικά δεν της αφήσαμεν τίποτας, σε πηρεσίαν να μπούμεν, ένα βάνομεν εις το ταμείον, δέκα κλέβομεν. Αγοράζομεν πρόσοδες, τις τρώμεν όλες. Χρωστούν εις το Ταμείον δεκοχτώ κατομμύρια ο ένας κι’ ο άλλος· ο Μιχαλάκης Γιατρός πεντακόσες χιλιάδες, ο Τζούχλος τρακόσες, ο Γιωργάκης Νοταράς τρακόσες πενήντα – όλο τέτοιγοι χρωστούνε αυτά. Ο κεντρικός ταμίας ο Φίτζιος –τρακόσες πενήντα του λείπουν από το ταμείον· κι ακόμα δεν κοιτάχτηκαν πόσα θα λείψουν ακόμα. Το ίδιο ντογάνες (με τα τελωνεία) κι άλλα. Τέτοιοι μπαίνουν εις τα πράματα και τέτοιους συντρόφους βάνουν. Δύσκολο είναι ο τίμιος άνθρωπος να κάνη τα χρέη του πατριωτικώς. Οι αγωνισταί οι περισσότεροι και οι χήρες κι αρφανά δυστυχούν. Πολυτέλεια και φαντασία – γεμίσαμεν πλήθος πιανοφόρτια και κιθάρες. Οι δανεισταί μας ζητούν τα χρήματά τους, λεπτό δεν τους δίνομεν από αυτά – κάνουν επέβασιν εις τα πράματά μας. Και ποτές δεν βρίσκομεν ίσιον δρόμον. Πώς θα σωθούμεν εμείς μ’ αυτά και να σκηματιστούμεν εις την κοινωνίαν του κόσμου ως άνθρωποι; Ο Θεός ας κάμη το έλεός του να μας γλυτώση από τον μεγάλον γκρεμνόν οπού τρέχομεν να τζακιστούμεν».

(Πηγή: Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, έκδοση 1947, τομ. Β’, σελ. 201)

 

Λίγο μετά την άφιξή μου μίσθωσα ένα σώμα σαράντα Σουλιωτών με αρχηγούς τους Φωτομαρά, Τζαβέλλα και Δράκο, και μάλλον θα είχα αυξήσει τον αριθμό τους, αλλά διαπίστωσα ότι δεν ήταν και πολύ ενωμένοι μεταξύ τους παρά μόνον στις απαιτήσεις που είχαν από μένα, παρόλο που τους έδινα ανά άτομο ένα τάλιρο περισσότερο τον μήνα απ’ όσα θα έπαιρναν από την ελληνική κυβέρνηση και πένονταν κυριολεκτικά όταν τους προσέλαβαν. Επίσης είχα ικανοποιήσει την απαίτησή τους και τους είχα πληρώσει ένα μήνα προκαταβολή…

Έβαλα να γράψουν στον Μάρκο Μπότσαρη, προσωρινό διοικητή ενός στρατιωτικού σώματος στην Ακαρνανία, για τον οποίο είχα συστατικές επιστολές, η απάντησή του ήταν μάλλον η τελευταία που υπέγραψε ή υπαγόρευσε ποτέ, γιατί σκοτώθηκε μαχόμενος την άλλη μέρα, με τον χαρακτήρα του καλού στρατιώτη και έντιμου ανθρώπου, ιδιότητες που δεν συναντώνται πάντα μαζί, ούτε άλλωστε χωριστά. Έλαβα επίσης πρόσκληση από τον κόμη Μεταξά, τον φρούραρχο του Μεσολογγίου, να πάω εκεί, αλλά με την παρούσα κατάσταση των κομματικών διενέξεων ήταν ανάγκη να έχω κάποια επικοινωνία με την υφιστάμενη κυβέρνηση και να πληροφορηθώ τη γνώμη της σχετικά με το πού θα μπορούσα να είμαι, αν όχι περισσότερο χρήσιμος, τουλάχιστον λιγότερο επιβλαβής.

Καθώς ήρθα εδώ για να υποστηρίξω όχι μια φατρία, αλλά ένα έθνος και για να συνεργαστώ με τίμιους ανθρώπους και όχι με κερδοσκόπους ή καταχραστές (κατηγορίες που ανταλλάσσονται καθημερινά ανάμεσα στους Έλληνες), θα χρειαστεί πολύ περίσκεψη για ν’ αποφύγω τη μομφή ότι μεροληπτώ, και αντιλαμβάνομαι ότι αυτό θα είναι πολύ δύσκολο, γιατί έχω ήδη λάβει προσκλήσεις από περισσότερα από ένα αλληλοσπαρασσόμενα κόμματα, πάντα με τη δικαιολογία ότι αυτοί είναι οι γνήσιοι εκπρόσωποι του Έθνους. Σε τελική ανάλυση δεν πρέπει να απελπίζεται κανείς, αν και όλοι οι ξένοι που συνάντησα ως τώρα και ήταν στην Ελλάδα γυρίζουν ή γύρισαν πίσω αηδιασμένοι.

Όποιος πάει σήμερα στην Ελλάδα θα πρέπει να το κάνει όχι με την προσδοκία να βρει τίποτα ιδιαίτερες ενδείξεις ακεραιότητας, αλλά με την ελπίδα ότι ο χρόνος και η καλύτερη μεταχείριση θα εξαλείψουν τις σημερινές ληστρικές και λωποδυτικές τάσεις που ακολούθησαν την απελευθέρωση από αυτή τη γενική φυλακή. Όταν τα μέλη των Ελλήνων θα έχουν ξεμουδιάσει από τα δεσμά τεσσάρων αιώνων, δεν θα βαδίζουν τόσο πολύ «σαν νά ‘χανε στα πόδια τους πεδούκλες». Αυτή τη στιγμή οι αλυσίδες, έχουν πράγματι σπάσει, αλλά οι κρίκοι τους κάνουν ακόμη θόρυβο και τα Σατουρνάλια είναι πολύ πρόσφατα για να μεταμορφώσουν τον δούλο σε νηφάλιο πολίτη.

Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι (για να χρησιμοποιήσω μια βαριά έκφραση που δεν υπολείπεται της αλήθειας) είναι παλιοψεύτες· ποτέ δεν υπήρξε τόση ανικανότητα για ειλικρίνεια από τότε που η Εύα ζούσε στον Παράδεισο.

Τις προάλλες ένας από αυτούς έψεξε την αγγλική γλώσσα επειδή έχει τόσο λίγες αποχρώσεις για την άρνηση, ενώ ένας Έλληνας μπορεί, χάρη στην πανουργία της γλώσσας του, να τροποποιήσει τόσο άνετα ένα όχι σε ναι, και αντίστροφα, ώστε η υπεκφυγή είναι δυνατό να φτάσει σε οποιονδήποτε βαθμό, αφήνοντας ωστόσο ένα παραθυράκι από το οποίο η ψευδομαρτυρία μπορεί να τρυπώσει χωρίς να γίνει αντιληπτή. Έτσι μίλησε αυτός ο κύριος, και ο μόνος λόγος να τον αμφισβητήσω είναι ότι, όπως λέει και ο συλλογισμός, «Αλλά ο Επιμενίδης ήταν Κρης». Μπορεί όμως να βελτιωθούν σιγά σιγά.

(Απόσπασμα από το ημερολόγιο της Κεφαλλονιάς του Λόρδου Μπάυρον)

Πηγή: Λόρδου Μπάυορν, Επιστολές από την Ελλάδα, εκδ. Ιδεόγραμμα, Αθήνα 1996, σελ 150

 

Το μήνυμα του 1821 ηχεί και σήμερα. Είναι μήνυμα εθνικής υπερηφάνειας, εθνικής και θρησκευτικής ενότητας. Είναι ώρα να παραμερίσουμε τις μικροψυχίες και ενωμένοι με την ιδέα της πατρίδας να προχωρήσουμε με αποφασιστικότητα στη δημιουργία μιας νέας Ελλάδας.

Advertisements
This entry was posted in Άρθρα and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s